Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΡΩ

30 χρόνια από το θάνατο της κυράς Ρω

  Η Κυρά της Ρω που το πραγματικό της... όνομα ήταν Δέσποινα Αχλαδιώτη, υπήρξε μέλος της Αντίστασης κατά την περίοδο της κατοχής και επί 40 χρόνια (από το 1943 ως το θάνατό της)... ύψωνε την ελληνική σημαία στην ακριτική νησίδα της Ρω κάθε πρωί και τη κατέβαζε με τη Δύση του ήλιου. Στη Ρω είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της και την τυφλή μητέρα της από το 1924.
  Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών (1975), το Πολεμικό Ναυτικό, τη Βουλή των Ελλήνων, το Δήμο Ρόδου, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και άλλους φορείς. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έστειλε ναυτικό άγημα και αντιπροσωπεία του ΓΕΝ στο Καστελόριζο όπου, στις 23 Νοεμβρίου 1975, της απένειμε το μετάλλιο για την πολεμική περίοδο 1941-1944 για τις «προσφερθείσες εθνικές υπηρεσίες της», όπως ανέφερε η απόφαση του Υπουργού Άμυνας.

Απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών, σε νοσοκομείο της Ρόδου, στις 13 Μαΐου του 1982.[1] Η κηδεία της έγινε με τιμές δημοσία δαπάνη στο Καστελόριζο, παρουσία του τότε υφυπουργού Άμυνας Αντώνη Δροσογιάννη, και η σορός της μεταφέρθηκε στην Ρω και ετάφη κάτω από τον ιστό όπου ύψωνε τη σημαία.

Η ιστορία της...

  Το 1927, εγκαταστάθηκαν στη Ρω μόνιμα ο Κώστας και η Δέσποινα Αχλαδιώτου για να ασχοληθούν με την κτηνοτροφία, εντελώς μόνοι τους μέχρι το 1940. Τη χρονιά εκείνη όμως αρρώστησε βαριά ο Κώστας Αχλαδιώτης. Η φωτιά που άναψε η γυναίκα του για να ειδοποιήσει με σινιάλα καπνού τους κατοίκους του Καστελόριζου και τους παραπλέοντες ψαράδες δεν έγινε εγκαίρως αντιληπτή. Ο σύζυγός της άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια ψαρόβαρκα που τον είχε παραλάβει καθυστερημένα για να τον μεταφέρει στο γιατρό του Καστελόριζου.
Η κυρά της Ρω φρόντισε μόνη της για την ταφή του συντρόφου της. Έπειτα, γύρισε πάλι στη Ρω, αυτή τη φορά με τη γριά μητέρα της, όπου πέρασε τα χρόνια της κατοχής. Εκεί θα προσέφερε υπηρεσίες σε στρατιώτες του Ιερού Λόχου. Με "δυνατή φωνή και γοργή περπατησιά", όπως την περιγράφει ο βιογράφος της Κυριάκος Χονδρός, δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησί, ακόμα κι όταν το Καστελόριζο, που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, ερήμωσε σχεδόν από τους κατοίκους του, εκ των οποίων οι περισσότεροι εξαναγκάστηκαν στο δρόμο της προσφυγιάς.
ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΡΕΛΛΗ
  Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, τα Δωδεκάνησα και μαζί μ' αυτά και το Καστελόριζο και όλες οι παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, περιήλθαν στην Ελλάδα. Η μοίρα της Ρω ήταν λοιπόν αναπόσπαστα συνδεδεμένη μ' αυτή του Καστελόριζου.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1943, για πρώτη φορά Ελληνικό αντιτορπιλικό, το «Παύλος Κουντουριώτης», κατέπλευσε στο Καστελόριζο, όπου βομβαρδίστηκε μέχρι τις 19 Νοεμβρίου 1943 από Γερμανικά στούκας. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν πάλι να φύγουν με συμμαχικά πλοία είτε προς Κύπρο είτε προς τις μικρασιατικές ακτές. Ωστόσο, η Κυρά της Ρω παρέμεινε στο νησί να υψώνει κάθε πρωί την Ελληνική σημαία, προσφέροντας τη βοήθεια της σε Ιερολοχίτες που βρήκαν καταφύγιο εκεί. Με τη λήξη του πολέμου, ορισμένοι κάτοικοι επέστρεψαν στο Καστελόριζο κατά ομάδες.

  Οι περιπέτειες για την Κυρά της Ρω δεν τελείωσαν με την απελευθέρωση. Τον Αύγουστο του 1975, ο Τούρκος δημοσιογράφος Ομάρ Κασάρ και δύο ακόμα άτομα, παρακολουθώντας τη Ρω και εκμεταλλευόμενοι την ολιγοήμερη απουσία της Δέσποινας Αχλαδιώτου για λόγους υγείας, αποβιβάστηκαν εκεί και τοποθέτησαν πάνω σ' ένα κοντάρι 4 μέτρων τη σημαία τους. Η Κυρά της Ρω την κατέβασε αμέσως, όταν γύρισε. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1975, κατέπλευσε στο Καστελόριζο το ανθυποβρυχιακό σκάφος "Γ. Πεζόπουλος" για συμπαράσταση στην κυρά της Ρω. Οι τουρκικές προκλήσεις συνεχίστηκαν και συνεχίζονται έως και σήμερα!
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ...

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Ποιός είδε κράτος λιγοστό
Γεώργιος Σουρής (1853-1919)


Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,

νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα - κι αυτό είναι ωραίο-

να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,

ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ

το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Βιογραφικά στοιχεία

  Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρουμανία. Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.
Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά "Ασμοδαίος", "Μή χάνεσαι" του Βλάση Γαβριηλίδη και "Ραμπαγάς".
Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής. Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ...

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ

  Στις αρχές Αυγούστου 1823, ο Μάρκος Μπότσαρης στρατοπεδεύει στο Μικρό Χωριό. Είναι αποφασισμένος να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων και καταστρώνει το πολεμικό του σχέδιο. Το σχέδιο του, εξωπραγματικό. Θα μπει μέσα στο στρατόπεδο των Τούρκων και θα πιάσει τους Πασάδες ζωντανούς. Στέλνει τα ξαδέλφια του Θανάση Τούσια Μπότσαρη και Θανάση Κουτσονίκα να συλλέξουν πληροφορίες γύρω από τις κινήσεις των Τουρκαλβανών, που είχαν στο μεταξύ στρατοπεδεύσει στο Καρπενήσι. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, που έχει το καραούλι του ψηλά στη Χελιδόνα, προσπαθεί να τον αποτρέψει, θεωρώντας το εγχείρημά του επικίνδυνο και τρελό. Δεν τα καταφέρνει, αλλά πείθεται να στείλει ενισχύσεις στον Μπότσαρη. Έτσι, ο γενναίος Σουλιώτης προχωρεί στην εφαρμογή του σχεδίου του. Ξεκίνησε από το Μικρό Χωριό με τους άνδρες του και τη νύχτα, 8 προς 9 Αυγούστου, έκανε έφοδο στο στρατόπεδο των Τουρκαλβανών, με το σύνθημα «στουρνάρι – τσεκούρι». Όμως, πάνω στη μάχη, ο Μάρκος χτυπήθηκε θανάσιμα από διπλό βόλι. Τα παλικάρια του όμως συνέχισαν να αγωνίζονται, κέρδισαν τη μάχη και μόλις αυτή τελείωσε σήκωσαν στους ώμους τους τον βαριά λαβωμένο καπετάνιο και τον μετέφεραν στο Μεσολόγγι, όπου κι έγινε με μεγαλοπρέπεια η κηδεία του.
  
  Πριν ξεκινήσει την επικίνδυνη αποστολή ο Μάρκος Μπότσαρης, πήγε να προσευχηθεί στο μοναστήρι. Βγαίνοντας συνάντησε τον παπά. Τότε του δίνει λίγα γρόσια που είχε πάνω του και του λέει:
 - Παπά, πάρε αυτά τα λίγα γρόσια που έχω, να τα προσφέρεις στους φτωχούς, στην μνήμη του Μάρκου Μπότσαρη.
 Ο παπάς, που δεν τον είχε αναγνωρίσει, απορημένος και τρομαγμένος  τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε:
- Θεέ μου! Πέθανε ο Μάρκος Μπότσαρης; 
Και ο μεγάλος ήρωας του απάντησε:
 - Όχι παπά, τώρα πάει να πεθάνει …..

 Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Πολλοί Φιλέλληνες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, θαύμασαν την ανδρεία του Μπότσαρη, ενώ πολλοί ποιητές έγραψαν ποιήματα γι’ αυτόν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ...

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Νικόλαος Πλαστήρας


1951.  Η Ελλάδα προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, καθώς έχει πρόσφατα βγει από τα ερείπια μιας πολυετούς εμπόλεμης κατάστασης που έχει σμπαραλιάσει τη χώρα. Πρωθυπουργός, ο επονομαζόμενος «Μαύρος Καβαλάρης», ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ένας άνθρωπος, του οποίου ο πατριωτισμός, η ηθική αρετή και η εντιμότητα δύσκολα αμφισβητούνται, ακόμη κι από πολιτικούς αντιπάλους. Το περίφημο εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ», το οποίο βρισκόταν στην Λεωφόρο Συγγρού, δημοσιεύει αγγελία, ζητώντας οδηγό. Όπως ήταν φυσικό, οι υποψήφιοι που διεκδίκησαν την θέση, ήταν πολλοί. Ο υπάλληλος της «ΦΙΞ» που εξέταζε τις αιτήσεις, κάποια στιγμή κοιτάζει ερευνητικά, κάποιον από τούς υποψήφιους που βρισκόταν εκείνη την ώρα μπροστά του, με έναν τρόπο σαν να προσπαθεί να ξεδιαλύνει κάποιο μυστήριο. Το επώνυμο που αναγράφεται στην αίτηση εργασίας, είναι «Πλαστήρας». «Τον πρωθυπουργό τί τον έχετε;», ρωτά με μια ανάλαφρη και περιπαικτική διάθεση ο υπάλληλος. Ο μεσόκοπος υποψήφιος, μ' ένα ύφος ντροπής και ταυτόχρονα μ' έναν χαμηλόφωνο τόνο, αναλαμβάνει να εξηγήσει: «Είναι αδελφός μου. Είναι όμως επιθυμία, δική μου και δική του, αν υπάρχει κάποιος καταλληλότερος για τούτη τη θέση, να μην σάς επηρεάσει η σχέση αυτή.». Υπενθυμίζεται, πως ο Νικόλαος Πλαστήρας, εκτός από τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, πρόσφερε διακριτικά τον μισθό του σε άπορους και ορφανά παιδιά, ενώ ο ίδιος πέθανε πάμφτωχος. Άφησε πίσω του την «τεράστια» περιουσία, που αποτελούνταν από τα παράσημά του, 216 δραχμές, 10 δολάρια κι ένα σιδερένιο κρεβάτι εκστρατείας. Ακόμη και το κουστούμι της κηδείας του, ήταν προσφορά φίλου του.
  Κάποτε υπήρχε και φιλότιμο...
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ...

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι»


 
Η ένδοξη ''Ψωροκώσταινα''
Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα. Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρη την χώρα... Αλλά, ποια ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»; Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της. Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Η Πανωραία κατέληξε στο Ναύπλιο, για να ζήσει άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Όταν ήρθε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα ήταν γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή. Το 1826 σε έρανο που έγινε στο Ναύπλιο για να βοηθηθεί το Μεσολόγγι η Ψωροκώσταινα προσήλθε πρώτη: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ...